ru24.pro
World News in Greek
Сентябрь
2026
1 2 3 4 5
6
7
8
9
10
11
12
13
14
15
16
17
18
19
20
21
22
23
24
25
26
27
28
29
30

Η πράσινη γειτονιά της Αθήνας

0
Ta Nea 

Ενας σύγχρονος περιηγητής στη σημερινή Αθήνα του κέντρου, θα διαπίστωνε ότι μια γειτονιά των 700- 800 στεμμάτων διαφέρει απ’ όλες τις άλλες. Η Κυπριάδου διαφέρει στην αύρα, στον ευρύχωρο πολεοδομικό σχεδιασμό, στην περίτεχνη διάταξη δρόμων και πλατειών, στα πλούσια πεζοδρόμια στην πυκνή αστική βλάστηση, ακόμη και αν ένα μεγάλο μέρος των νοσταλγικών διώροφων δεν υπάρχει πια. Οι δρόμοι της, ορθογώνια και διαγώνια, ενώνονται πάνω σε έξι κυκλικές πλατείες που καθεμιά τους βλέπει ελεύθερα ορατά μια άλλη και που η κεντρικότερη όλων είναι η πλατεία Παπαδιαμάντη.

Η Αθήνα της δεκαετίας του 1920 βρέθηκε μπροστά σε μια πρωτοφανή πολεοδομική πρόκληση. Η προσφυγική κρίση ανάγκασε το κράτος να αντιμετωπίσει σε μεγάλη κλίμακα το ζήτημα της κατοικίας και οδήγησε στη δημιουργία νέων συνοικιών έξω από τον παραδοσιακό πυρήνα της πόλης. Παρότι η επέκταση υπήρξε συχνά βιαστική και άνιση, έθεσε τις βάσεις για τη μετατροπή της Αθήνας από μια σχετικά περιορισμένη πρωτεύουσα σε μια εκτεταμένη μητροπολιτική περιοχή. Μετά την προσφυγική περίοδο η Αθήνα φθάνει από 200 σε 400 χιλιάδες κατοίκους. Η δεκαετία του 1920, επομένως, αποτελεί κομβικό σημείο για την κατανόηση της σημερινής πολεοδομικής μορφής της Αθήνας.

Η Κυπριάδου κρυμμένη σχεδόν, ανάμεσα στα Ανω Πατήσια, το Γαλάτσι, τη Λαμπρινή και τη Ριζούπολη, παραμένει παράξενα άγνωστη ακόμη και σε πολλούς Αθηναίους. Κι όμως, κάτω από τις πολυκατοικίες και πίσω από τις φυλλωσιές των δρόμων της επιβιώνει ένα από τα πιο ενδιαφέροντα πολεοδομικά πειράματα της Αθήνας του Μεσοπολέμου: η ιδέα ότι μια συνοικία μπορεί να σχεδιαστεί όχι μόνο για να στεγάσει ανθρώπους, αλλά για να τους προσφέρει ποιότητα ζωής.

«Κηπούπολη» και πλατείες-κόμβοι

Η ιστορία της αρχίζει ουσιαστικά στις αρχές της δεκαετίας του 1920, όταν ο γεωπόνος και μηχανικός Επαμεινώνδας Κυπριάδης ανέλαβε να αξιοποιήσει την έκταση που είχε αποκτήσει ο πατέρας του, Μίνως Κυπριάδης. Οραματίστηκε εδώ μια «κηπούπολη», σε μικρή απόσταση από το κέντρο της πρωτεύουσας, κατά το ευρωπαϊκό πρότυπο, με διώροφα σπίτια, της ρομαντικής αρχιτεκτονικής σχολής της κεντρικής Ευρώπης, χωρίς επώνυμες αρχιτεκτονικές υπογραφές, αλλά με τη μεταφορά ενός τυποποιημένου μοτίβου.

Το ρυμοτομικό σχέδιο εγκρίθηκε ήδη το 1923 και εντάχθηκε στο ευρύτερο Σχέδιο Καλλιγά το 1924, ενώ η οικοδόμηση συνεχίστηκε δυναμικά στα επόμενα χρόνια. Η Κυπριάδου κατάφερε από εξοχικός προορισμός τότε να προσαρτηθεί στον Δήμο Αθηναίων, κερδίζοντας τις κοινωφελείς υποδομές της πρωτεύουσας. Είναι επομένως ένα μεγάλο ιδιωτικό πολεοδομικό εγχείρημα αυτό της Κυπριάδου κατά τη δεκαετία του 1920. Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό ενδιαφέρον της.

Οι δρόμοι αναπτύχθηκαν ακτινωτά γύρω από πλατείες-κόμβους, δημιουργώντας προοπτικές, ανοίγματα και μια αίσθηση εναλλαγής κατά την κίνηση μέσα στη γειτονιά. Φαρδείς δρόμοι με ενδιάμεσες διαχωριστικές νησίδες, μεγάλα πεζοδρόμια, πλατείες σε μικρές αποστάσεις μεταξύ τους και υποχρεωτικές πρασιές στα οικόπεδα. Οι κατοικίες σχεδιάζονταν κατά κανόνα ως «πανταχόθεν ελεύθερες», χωρίς να κολλούν η μία πάνω στην άλλη. Ανάμεσα στον δρόμο και στο σπίτι παρεμβαλλόταν ο κήπος.

Με σημερινούς όρους, θα μιλούσαμε για βιοκλιματική λογική, ανθρώπινη κλίμακα, αστικό πράσινο και ποιότητα δημόσιου χώρου. Τότε ήταν απλώς η αντίληψη ότι μια πόλη οφείλει να αφήνει χώρο στον ήλιο, στο χώμα και στα δέντρα. Στην πραγματικότητα είναι το ίδιο.

Καλλιτεχνικός μικρόκοσμος και χαμένες επαύλεις

Στην οδό Αγ. Λαύρας βρισκόταν και το σπίτι του αρχιμουσικού Αντίοχου Ευαγγελάτου, όπου έζησε αργότερα ο σκηνοθέτης Σπύρος Ευαγγελάτος. Η παρουσία ανθρώπων των γραμμάτων και των τεχνών δεν ήταν άλλωστε εξαίρεση. Στην Κυπριάδου κατοίκησαν ή εργάστηκαν προσωπικότητες όπως ο Δημήτρης Πικιώνης, ο Φώτης Κόντογλου, ο Σπύρος Παπαλουκάς, ο Γιώργος Βακαλό και άλλοι δημιουργοί, σε τέτοιο βαθμό ώστε η περιοχή να συνδεθεί με έναν ιδιαίτερο καλλιτεχνικό μικρόκοσμο του Μεσοπολέμου. Είναι ένα «ανθρωπωνύμιο που έγινε τοπωνύμιο» όπως έγραψε ο συγγραφέας Δημήτρης Φύσσας, που γεννήθηκε, μεγάλωσε και κατοίκησε εκεί. Για αυτή άλλωστε την καλλιτεχνική αποίκιση φέρεται να είχε βγάλει ο Γιάννης Μόραλης και τον όρο «Σχολή Κυπριάδη». Οι κάτοικοι ήταν περήφανοι για το καλλιτεχνικό παρελθόν της περιοχής τους.

Η μεταπολεμική Αθήνα βέβαια, είχε διαφορετικά σχέδια. Η αντιπαροχή και η συνεχής αύξηση της δόμησης εξαφάνισαν μεγάλο μέρος των παλιών επαύλεων. Κήποι χάθηκαν, πρασιές περιορίστηκαν και πολυώροφες οικοδομές πήραν τη θέση των μονοκατοικιών. Κι όμως, η αρχική ρυμοτομία αποδείχθηκε ανθεκτικότερη από τα κτίρια. Οι δρόμοι, οι πλατείες και κυρίως η εντυπωσιακή παρουσία ώριμων δέντρων, και πυκνών δενδροστοιχιών εξακολουθούν να δημιουργούν σε αρκετά σημεία μια διαφορετική αίσθηση πόλης, εντυπωσιακή για την εποχή μας. Σήμερα η περιοχή διατηρεί τα ίχνη εκείνης της πρότυπης κηπούπολης, αλλά έχει αλλοιωθεί σε μεγάλο βαθμό από την ανοικοδόμηση πολυκατοικιών. Εχασε το αρχιτεκτονικό ύφος, διατήρησε όμως την πολεοδομική οργάνωση.

Αυτό ίσως είναι και το σημαντικότερο μάθημα της Κυπριάδου, στο σήμερα. Δεν χρειάζεται να τη δούμε ως ένα χαμένο αθηναϊκό ειδύλλιο του παρελθόντος, ούτε βέβαια να φανταστούμε ότι η πόλη μπορεί να επιστρέψει στις επαύλεις του 1930. Η αξία της βρίσκεται αλλού: αποδεικνύει ότι ακόμη και μέσα στον πυκνό αστικό ιστό μπορούν να συνυπάρξουν κατοικία, πράσινο, πλατείες, σκιά, περπάτημα και αρχιτεκτονική ποιότητα.