Σίφνος: Θα «μιλήσουν» τα συντρίμμια του Bell 206;
Η έρευνα για τη συντριβή του Bell 206 στη Σίφνο, το απόγευμα της 17ης Αυγούστου, βρίσκεται ακόμη στην αρχή και οποιαδήποτε απόπειρα να αποδοθεί το δυστύχημα σε μία και μοναδική αιτία, θα ήταν πρόωρη.
Ωστόσο, σύμφωνα με εμπειρογνώμονες που έχουν εμπλακεί στη διερεύνηση αεροπορικών ατυχημάτων και κυρίως με ελικόπτερα, ένα στοιχείο έχει πλέον αποκτήσει ιδιαίτερο βάρος: «Η οδηγία της Αρχής Πολιτικής Αεροπορίας (ΑΠΑ), μετά την προκαταρκτική αξιολόγηση του διαθέσιμου υλικού, που ζήτησε άμεσους οπτικούς και λειτουργικούς ελέγχους στο ουραίο στροφείο όλων των Bell 206 ελληνικού νηολογίου πριν από κάθε πτήση».
Η οδηγία αυτή, διευκρινίζουν, δεν αποτελεί απόδειξη ότι το συγκεκριμένο ελικόπτερο συνετρίβη εξαιτίας βλάβης στο tail rotor. Αποτελεί όμως, ένα εξαιρετικά σημαντικό σημείο, το οποίο δικαιολογεί την πλήρη διερεύνηση του συγκεκριμένου συστήματος.
Το ουραίο στροφείο είναι κρίσιμο για τον έλεγχο της περιστροφής του ελικοπτέρου γύρω από τον κατακόρυφο άξονά του. Εάν χάσει απότομα την αποτελεσματικότητά του, ιδιαίτερα σε χαμηλό ύψος και κατά την τελική προσέγγιση, ο χειριστής μπορεί να βρεθεί μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα αντιμέτωπος με μια κατάσταση εξαιρετικά δύσκολη να αντιμετωπιστεί.
Και εδώ υπάρχει ένα ακόμη κομβικό στοιχείο: τα βίντεο από τα τελευταία δευτερόλεπτα, δείχνουν το Bell 206 να κινείται προς το ελικοδρόμιο και στη συνέχεια να αρχίζει να περιστρέφεται έντονα, χάνοντας ύψος. «Η εικόνα αυτή είναι συμβατή με απώλεια ελέγχου κατεύθυνσης, χωρίς όμως να αρκεί από μόνη της για να αποδείξει την αιτία», λένε στα ΝΕΑ οι εμπειρογνώμονες.
Το ερώτημα της Πάρου
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά για τους ίδιους, εφόσον επιβεβαιωθεί από τα επίσημα στοιχεία της έρευνας, και το περιστατικό που φέρεται να είχε προηγηθεί στην Πάρο την 1η Ιουνίου 2026.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που καλούνται να εξετάσουν οι εμπειρογνώμονες του ΕΟΔΑΣΑΑΜ, τη συγκεκριμένη ημερομηνία, το ίδιο ελικόπτερο φέρεται να είχε εμπλακεί σε περιστατικό κατά το οποίο τα σχοινιά συγκράτησης των πτερυγίων χτύπησαν την «ουρά» του. Στην περίπτωση αυτή, θα πρέπει να εξεταστεί σχολαστικά εάν υπήρξε οποιαδήποτε καταπόνηση ή ζημιά σε εξαρτήματα του «ουραίου» συγκροτήματος του μοιραίου Bell 206.
Όπως τονίζουν οι τεχνικοί, «θα πρέπει να αναζητηθεί εάν υπάρχει τεχνική συνέχεια ανάμεσα στα δύο περιστατικά». Η αλυσίδα που πρέπει να ελεγχθεί -επισημαίνουν- είναι συγκεκριμένη:
- Πάρος 1 Ιουνίου: πιθανή ζημιά ή καταπόνηση του ουραίου τμήματος του Bell 206. Τεχνικός έλεγχος και εργασίες συντήρησης που οφείλουν να είναι καταγεγραμμένες στο πιστοποιητικό αξιοπλοΐας/συντήρησης.
- 17 Αυγούστου 2026, πτήση προς Σίφνο: Απώλεια ελέγχου κατά την προσέγγιση. «Κάθε κρίκος αυτής της αλυσίδας πρέπει να τεκμηριωθεί ή να αποκλειστεί», τονίζουν χαρακτηριστικά.
Στο σημείο αυτό, σύμφωνα με τους τεχνικούς, αποκτά κομβική σημασία η βάση «ECCAIRS 2» της ΑΠΑ. Πρόκειται για την εθνική βάση αναφοράς περιστατικών ασφαλείας, όπου όλα τα σχετικά περιστατικά πρέπει να καταγράφονται και να αναλύονται.
Επομένως, ένα από τα ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν είναι εάν το περιστατικό της Πάρου είχε εγγραφεί επισήμως στη βάση «ECCAIRS 2» της ΑΠΑ, πώς είχε χαρακτηριστεί, ποιος το αξιολόγησε και ποιες τεχνικές ενέργειες ακολούθησαν.
Το πιστοποιητικό συντήρησης δεν τελειώνει την έρευνα
Το γεγονός ότι το ελικόπτερο διέθετε πρόσφατο πιστοποιητικό συντήρησης (2 Ιουλίου 2026), λένε οι τεχνικοί, δεν αποκλείει αυτομάτως μια μηχανική αστοχία. Το κρίσιμο για τους ίδιους, δεν είναι μόνο αν το ελικόπτερο ήταν πιστοποιημένο, αλλά τι ακριβώς είχε ελεγχθεί.
Οι πραγματογνώμονες που εμπλέκονται στη διερεύνηση του δυστυχήματος, πρέπει να ανοίξουν ολόκληρο τον φάκελο του συγκεκριμένου Bell 206: βιβλία συντήρησης, ημερολόγια πτήσεων, εργασίες και ανταλλακτικά, προηγούμενες παρατηρήσεις, τεχνικές οδηγίες, τυχόν επαναλαμβανόμενες βλάβες και, κυρίως, κάθε τι που αφορά το ουραίο συγκρότημα.
Επίσης, θα πρέπει να ελεγχθεί εάν μετά το περιστατικό της Πάρου πραγματοποιήθηκε ειδικός έλεγχος και ποια ήταν τα ευρήματά του.
Θα «μιλήσουν» τα συντρίμμια;
Εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο κεφάλαιο της έρευνας. Τα συντρίμμια, λένε οι τεχνικοί, μπορούν να δώσουν απαντήσεις, «αλλά μόνο εάν διαβαστούν με τη σωστή τεχνική μεθοδολογία». Το κρίσιμο ερώτημα, εξηγούν, είναι εάν προηγήθηκε της πρόσκρουσης κάποια μηχανική αστοχία ή εάν η ζημιά προκλήθηκε από την ίδια την πρόσκρουση και την πυρκαγιά.
Συγκεκριμένα, οι εμπειρογνώμονες του ΕΟΔΑΣΑΑΜ θα πρέπει να εξετάσουν το ουραίο στροφείο, τον άξονα μετάδοσης, τις συνδέσεις και τα σημεία θραύσης. Να αναζητήσουν ενδείξεις κόπωσης μετάλλου, προϋπάρχουσας ρωγμής, παραμόρφωσης, υπερφόρτισης ή θραύσης που συνέβη ενώ το σύστημα βρισκόταν σε λειτουργία.
Παράλληλα, πρέπει να εξεταστούν: κινητήρας, κύρια μετάδοση, κύριος ρότορας, χειριστήρια πτήσης και όλα τα κρίσιμα συστήματα.
Το σημείο της πρόσκρουσης, η διασπορά των συντριμμιών και η κατάσταση των εξαρτημάτων, μπορούν επίσης να βοηθήσουν στην ανασύνθεση της τελευταίας φάσης της πτήσης.
Τέσσερα βασικά σενάρια
Με τα σημερινά δεδομένα, οι ερευνητές θα πρέπει να κρατήσουν ανοιχτά τουλάχιστον τέσσερα μέτωπα. Πρώτον, αστοχία του ουραίου στροφείου ή της μετάδοσής του. Είναι το σενάριο που έχει ενισχυθεί περισσότερο μετά την επείγουσα οδηγία της ΑΠΑ.
Δεύτερον, άλλη μηχανική βλάβη, στον κινητήρα, στη μετάδοση ή σε κρίσιμο σύστημα ελέγχου. Τρίτον, αιφνίδιο ιατρικό επεισόδιο του χειριστή. Οι ιατροδικαστικές και τοξικολογικές εξετάσεις είναι απαραίτητες για να αποκλειστεί ή να επιβεβαιωθεί ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Οι σοροί έχουν μεταφερθεί στην Αθήνα για τις προβλεπόμενες εξετάσεις.
Τέταρτον, επιχειρησιακοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες, όπως ο άνεμος, οι ριπές, η ορατότητα και οι πραγματικές συνθήκες της προσέγγισης.
Το ενδεχόμενο λανθασμένου χειρισμού, δεν πρέπει επίσης να προδικαστεί. Αλλά υπάρχει μια κρίσιμη διάκριση: άλλο να έχασε ο χειριστής τον έλεγχο και άλλο να έχασε τον έλεγχο επειδή προηγουμένως το ελικόπτερο έχασε ένα κρίσιμο σύστημα ελέγχου.
Η απάντηση βρίσκεται στα τελευταία δευτερόλεπτα
Η έρευνα πρέπει ουσιαστικά να ανασυνθέσει καρέ-καρέ τα τελευταία δευτερόλεπτα. Ποια ήταν η ταχύτητα του ελικοπτέρου; Ποια η πορεία; Ποιο το ύψος; Πότε άρχισε η περιστροφή; Υπήρξε μεταβολή στον ήχο του κινητήρα; Υπήρξε προσπάθεια διόρθωσης από τον χειριστή; Υπήρχε οποιαδήποτε ένδειξη δυσλειτουργίας πριν από την απώλεια ελέγχου;
Οι μαρτυρίες για ασυνήθιστο θόρυβο πριν από την πτώση, πρέπει επίσης να αξιολογηθούν, αλλά με προσοχή και σε συνδυασμό με τα αντικειμενικά τεχνικά ευρήματα, λένε οι τεχνικοί. Εάν αποδειχθεί ότι ένα κρίσιμο εξάρτημα του ουραίου στροφείου είχε προϋπάρχουσα βλάβη, ότι αυτή συνδέεται με προηγούμενο περιστατικό και ότι δεν εντοπίστηκε ή δεν αποκαταστάθηκε εγκαίρως, τότε η υπόθεση θα πάρει εντελώς διαφορετική διάσταση.
Εάν, αντίθετα, τα συντρίμμια δείξουν ότι όλα τα κρίσιμα συστήματα λειτουργούσαν μέχρι την πρόσκρουση, τότε το βάρος της έρευνας θα μετακινηθεί αλλού. Γι’ αυτό τα συντρίμμια του Bell 206 δεν είναι απλώς τα απομεινάρια μιας τραγωδίας. Είναι το σημαντικότερο «αρχείο» της τελευταίας πτήσης.
