Ο Χάμπερμας, η Γερμανία, η Ευρώπη και η αλογόμυγα
Τον αποκάλεσαν «συνείδηση της Ευρώπης»: ένας ορισμός – σφραγίδα, κατά βάση ορθός, πλην με τρεις αστερίσκους. Οι δύο εξαρχής απλώς τον καθιστούσαν μερικό. Ο τρίτος, εις τας δυσμάς του βίου του, ερήμην του ασφαλώς, τον κατέστησε σχεδόν πικρή ειρωνεία της Ιστορίας: καθολικά παραπλανητικό. Και από τα τελευταία του κείμενα προκύπτει ότι το αντιλαμβανόταν.
Ο πρώτος ήταν ότι, παρά τη μείζονα επίδρασή του, ο Χάμπερμας δεν ήταν η μοναδική έκφραση μιας, εικαζόμενης έστω, ενιαίας συνείδησης της Ευρώπης: ούτε ως πρόσωπο ούτε ως παραγωγός περιεχομένου της – δεν θα ήταν άλλωστε εφικτό κάτι τέτοιο. Ο δεύτερος, πιο ουσιώδης, ήταν ότι δεν ήταν μόνον της Ευρώπης: κατ’ ουσίαν, ήταν του δυτικού ευρωατλαντικού κόσμου, αν αυτό απαιτεί βαθύτερο σκάψιμο για να φανεί.
Η καθοριστική και πρωταρχική σημασία του Χάμπερμας πηγάζει ασφαλώς από τα κείμενά του. Ομως αυτό ουδόλως θέτει σε δεύτερη μοίρα το διδακτικό του έργο στα ιστορικά χρόνια της Σχολής της Φρανκφούρτης, όπου μαθήτευσε στον Αντόρνο, στη Χαϊδελβέργη, στο Max Planck, μα εξίσου – και αυτό είναι καίριο – στις ΗΠΑ: στο Northwestern, αλλά μακράν περισσότερο στην καινοτόμο, ριζοσπαστική New School for Social Research της Νέας Υόρκης, στα βήματα της σπουδαίας συμπατριώτισσάς του Χάνα Αρεντ και όχι μόνον. Ιδίως από εκεί ο Χάμπερμας έφερνε τις δύο όχθες του Ατλαντικού εγγύτερα σε δυσπρόσιτο βάθος – και αυτό ήταν «κωδικοποιημένα» κρυμμένο πίσω από τη λέξη «Ευρώπη».
Ομως, προς το τέλος της ζωής του, ήρθε ο τρίτος αστερίσκος, που κατέστησε εν τέλει αυτόν τον χαρακτηρισμό παραπλανητικό. Εις βάρος του ιδίου. Και λάθρα, ανάξια υπέρ της «Ευρώπης» εν στενή ή μη εννοία.
Είδε τους δύο αυτούς κόσμους να αποκλίνουν συγκρουσιακά όπως ποτέ, μα, κυρίως, να χάνουν και τη συνείδηση και την ουσία τους. Αυτόκλητα. Χωρίς να τους το επιβάλει κανείς. Ετσι, ο ίδιος έγινε πια de facto το πικρό αντίστροφο: η χαμένη συνείδηση πρωτίστως της Γερμανίας και ακολούθως της Ευρώπης. Που τον μετέτρεψαν σε διαρκές ψευδές τους άλλοθι.
Ο Χάμπερμας υπήρξε η «αλογόμυγά» τους – ας μην ανησυχεί όποιος μη οικείος με τον όρο, κάθε άλλο παρά τον υποτιμά· έτσι αποκάλεσε τον εαυτό του ο Σωκράτης στην «Απολογία» του. Παρομοίασε την Αθήνα με μεγάλο ευγενές άλογο, που ακριβώς γι’ αυτό καταντούσε νωθρό.
Και θεωρούσε καθήκον του να είναι η «αλογόμυγα» που ενοχλεί με τις τσιμπιές της για να ξυπνούν η πόλη και οι πολίτες της και να αποφεύγουν τον πνευματικό λήθαργο και την παρακμή του. Να αναγκάζονται να σκέφτονται, να ανησυχούν, να μην εφησυχάζουν, να μη διαστέλλουν την ηθική τους.
Ομως υπήρχε πρόβλημα: εκείνοι διαφωνούσαν. Ολα αυτά ήταν πολύ ενοχλητικά. Οπότε, απλά, σκότωσαν την «αλογόμυγα» – και στο τέλος και την πόλη.
Ο Χάμπερμας υπήρξε μια τέτοια «αλογόμυγα» της γερμανικής, πλέον, Ευρώπης. Δεν τον σκότωσαν. Του έκαναν κάτι χειρότερο: τον αποθέωναν ακόμα και όταν τους τσιμπούσε με όλη του τη δύναμη. Δηλαδή, εξουδετέρωναν την οξύτητα του λόγου του. Τον απονέκρωσαν όταν εκείνος φώναζε για την παρακμή.
Και αν πραγματικά πίστευαν πόσο βάραινε, αντί να του πλέκουν διθυράμβους την ώρα που τους αποδομούσε η ίδια η «συνείδησή τους», θα έπρατταν εντελώς διαφορετικά: θα επιχειρούσαν τουλάχιστον να ακούσουν τι λέει. Δεν το έκαναν. Ποτέ.
Δεν υπάρχει επιτυχέστερος τρόπος να περιορίσεις την εμβέλεια του ενοχλητικού κριτικού λόγου, ακόμα και του πιο σπουδαίου, από το να τον εγκωμιάζεις όταν προειδοποιεί ότι οδηγείς σε καταστροφή. Αυτό συνέβη με τον Χάμπερμας στη Γερμανία και στην Ευρώπη στα τελευταία του χρόνια.
Και υπονόμευσε μια γρανιτώδη κριτική για την πορεία παρακμής τους, όπου δεν έχει χαθεί πια απλώς κάθε συνείδηση, αλλά, γι’ αυτό, έχει χαθεί το μέλλον. Και που ουδείς τους θέλει όχι να κάνει κάτι, αλλά ούτε καν να το ακούει.
