Ποια είναι η νέα πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου της Αθήνας: Η τέταρτη γυναίκα στη μακρόχρονη ιστορία του θεσμού
Αύριο, Δευτέρα, θα καθίσει για δεύτερη φορά στην καρέκλα της προέδρου του Δημοτικού Συμβουλίου της Αθήνας. Η νέα επικεφαλής του ανώτατου αυτού οργάνου διοίκησης, Δέσποινα Λιμνιωτάκη, μιλά στα «nea.gr» για το μήνυμα που στέλνει η εκλογή της σε μια τέτοια θέση αλλά και για τον τρόπο, με τον οποίο πρόκειται να προεδρεύει στις συνεδριάσεις.
Είστε η τέταρτη γυναίκα πρόεδρος στην ιστορία του αυτοδιοικητικού θεσμού. Ποιο μήνυμα στέλνει η εκλογή σας σε αυτή τη θέση;
Χρειάστηκε να ανατρέξουμε στα αρχεία προκειμένου να ανακαλύψουμε όλες τις σπουδαίες γυναίκες που είχαν τη θέση της Προέδρου και ακόμα δεν είμαι σίγουρη για το εάν υπάρχει ακόμα κάποια, αθέατη από την ιστορία, «κρυμμένη» μέσα σε μία μακροσκελή λίστα από άνδρες. Δεν έχει σημειωθεί ικανός αριθμός γυναικών Προέδρων, τέτοιος, ώστε να θεωρήσουμε ότι αυτό το αξίωμα μπορεί να αποτελέσει μια θεμιτή επιλογή, μια πολιτική επιθυμία για όλες μας. Αυτό που θέλω για όλες τις γυναίκες, κυρίως για τις νέες που εισάγονται για πρώτη φορά στην πολιτική δράση, είναι το να μπορούν να ονειρευτούν ότι όλα είναι εφικτά, όχι επειδή κάποιος θα μας «κάνει τη χάρη» να μας τοποθετήσει σε μια θέση, αλλά επειδή είμαστε ικανές και έχουμε ισότιμες πιθανότητες να εργαστούμε σε όλα τα χαρτοφυλάκια.
Κάνατε λόγο στην ευχαριστήρια τοποθέτησή σας για μια κίνηση διακομματική και εξισορροπητική των δυνάμεων που αναδεικνύονται μέσα σε ένα Συμβούλιο.
Η παράταξη του Χάρη Δούκα είχε εξαρχής ισορροπία στον τρόπο που ανέδειξε τις γυναίκες υποψήφιες και που κέρδισε την πλειοψηφία (15 γυναίκες στο σύνολο των 26 μελών που εκλέχτηκαν) γι’ αυτές. Επιπλέον, ανεξάρτητα από τις ιδεολογικές καταβολές μας (εγώ, για παράδειγμα, προέρχομαι από τον φιλελεύθερο χώρο), αυτό που μετράει πάντα στην ανάθεση των χαρτοφυλακίων από τον Δήμαρχο, είναι οι γνώσεις και οι ικανότητες εργασίας πάνω σε ένα πεδίο. Έτσι εξασφαλίζεται η ισορροπία, όταν κοιτάς την ποιοτική διάρθρωση και όχι την εξυπηρέτηση κομματικών σκοπιμοτήτων.
Πώς ήταν η εμπειρία της πρώτης συνεδρίασης του Δημοτικού Συμβουλίου υπό την προεδρία σας;
Επειδή προέρχομαι από οικογένεια ανθρώπων που υπήρξαν συνιδρυτές συλλόγων και ομοσπονδιών, που έκαναν ιδεολογικές συνάξεις στο σαλόνι του σπιτιού μας τη μακρινή δεκαετία του 1970 – με εμένα ως παιδί να κρυφοκοιτάζω από τη γωνία – και που διετέλεσαν Πρόεδροι σε σημαντικές συνελεύσεις και συμβούλια, βίωσα την πρώτη εμπειρία της δικής μου Προεδρίας ως ένα οικείο επακόλουθο μιας κληρονομιάς αρχών και δεξιοτήτων.
Ποιος είναι ο στόχος σας και πως σκοπεύετε να ηγηθείτε του ανώτατου αυτού οργάνου διοίκησης;
Θέλω να αναδείξω την πολιτική διάσταση αυτής της θέσης. Ο Δήμος Αθηναίων αποτελεί μέρος της κεντρικής πολιτικής σκηνής της χώρας και, ως τέτοιο, οφείλει να δείχνει τον δρόμο στον τρόπο που εκπληρώνονται σχέδια και προτάσεις. Η Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου δεν είναι απλά μια μαέστρα που διευθύνει την «ορχήστρα» του Δημοτικού Συμβουλίου, είναι μία ηγέτιδα που οφείλει να διατηρεί ανοιχτά ρολά, προοδευτική σκέψη και σεβασμό στην πολιτική διαδρομή όλων των συναδέλφων. Δεν είμαστε διεκπεραιωτές, είμαστε οραματιστές ενός καλύτερου κόσμου που ξεκινάει από τον Δήμο μας.
Η ενασχόλησή σας με τον τομέα της Δημόσιας Υγείας ως Εντεταλμένη Δημοτική Σύμβουλος σας δίνει «εφόδια» για τη νέα θέση;
Η δίχρονη διαδρομή μου σε αυτή τη θέση, με έφερε σε επαφή με τις ανάγκες των τοπικών κοινοτήτων σε επίπεδο φροντίδας και παροχής υπηρεσιών: αυτό που επαναλαμβάνω πάντα είναι το ότι η πρόληψη και η καλή υγεία ξεκινούν από την Αυτοδιοίκηση. Αλλά και πολλά άλλα πράγματα αρχίζουν εδώ: Η εμπιστοσύνη προς τα πολιτικά πρόσωπα, η ουσία των παρεμβάσεων μας – τι νόημα έχει να προτείνουμε σχέδια που δεν αφορούν τις κοινωνίες που θα τα ζήσουν στο πετσί τους; Αυτό που κρατάω από την προηγούμενη θητεία μου είναι η δια ζώσης παρουσία, το να είμαστε παρούσες και παρόντες στις γειτονιές, να αφουγκραζόμαστε τα προβλήματα της καθημερινότητας, να βλέπουμε την πολιτική στην πραγματικά ανθρώπινη διάσταση της. Δεν με ενδιαφέρει να είμαι μια «θεωρητικός της τέχνης», με ενδιαφέρει να αφήσω παρακαταθήκη για τις επόμενες και τους επόμενους. Και βρισκόμαστε, ως παράταξη, σε καλό δρόμο σχετικά με αυτό.
