Περίπτωση Καρυστιανού: Στα πόσα λεπτά τηλεοπτικού αέρα «καίγεσαι»
Μερικές φορές αρκεί μόνο μία στιγμή – αυτή η μικρή παύση πριν πεις κάτι που δεν πρέπει ή που δεν έχεις σχεδιάσει να πεις λέξη τη λέξη. Οπως αυτή που έκανε η Μαρία Καρυστιανού προτού απαντήσει «θεωρώ ότι είναι ένα θέμα… δημόσιας διαβούλευσης. Ας αποφασίσει η κοινωνία τι θα ήθελε να γίνει», όταν ρωτήθηκε (OPEN) τι γνώμη έχει για τις αμβλώσεις. Οσο προχωρούσε τη σκέψη της, βέβαια, τα πράγματα γίνονταν χειρότερα, γιατί τα δικαιώματα της γυναίκας εξισώθηκαν με «τα δικαιώματα του εμβρύου», με την Καρυστιανού να επικαλείται την ιδιότητα της παιδιάτρου και να θέτει και ζήτημα ηθικής στην άμβλωση. Ξαφνικά, ήταν λες και έπεσε ένα πέπλο – όχι για εκείνους που ήξεραν ή υποπτεύονταν τις ιδεολογικές καταβολές της Καρυστιανού, που δεν είχαν βγει στο φως όταν το μοναδικό διακύβευμα για την ίδια ήταν η δικαίωση της κόρης για τα Τέμπη, αλλά γι’ αυτούς που είχαν πιστέψει πως ήταν κάτι διαφορετικό. Το θολό αφήγημα για την Αριστερά και τη Δεξιά που είναι «παλιές διαχωριστικές γραμμές» τελείωσε μέσα σε λιγότερο από ένα λεπτό, γιατί η Καρυστιανού άγγιξε, με βαθιά συντηρητικό τρόπο, ένα θέμα που έχει θεσμικά λυθεί εδώ και δεκαετίες.
Από εκείνη τη στιγμή και μετά, η «μάνα των Τεμπών» οριοθετήθηκε ιδεολογικά και πολιτικά πέρα από τον αγώνα της για το δυστύχημα: όσοι τη στήριξαν εξ αριστερών δεν μπορούσαν παρά να βγουν και να καταδικάσουν (πολλές φορές σοκαρισμένοι) τις δηλώσεις της, όσοι τη στήριξαν εκ δεξιών βρήκαν την ευκαιρία να αναδείξουν υπερσυντηρητικές θέσεις – όχι μόνο για τις αμβλώσεις. Δεν έχει ακόμα γυρισμό η κατάσταση. Παρότι η Καρυστιανού, την αμέσως επόμενη ημέρα, βγήκε να πει πως οι δηλώσεις που έγιναν ζωντανά και αμοντάριστα διαστρεβλώθηκαν, φάνηκε να βαθαίνει ακόμα περισσότερο το ρήγμα που είχε δημιουργήσει. Μέσα σε λίγες μέρες αναδείχθηκαν ομιλίες που είχε κάνει σε εκδηλώσεις κατά του ψηφιακού αριθμού, διοργανωμένες από υπερσυντηρητικές ομάδες, και βγήκαν στην επιφάνεια πρόσωπα που διατείνονται πως είναι συνομιλητές της και πως αποτελούν μέρος της επιτροπής σοφών, όπως η Μαρία Νεγρεπόντη – Δεληβάνη που η Καρυστιανού «εκτιμά πολύ», όμως μεταξύ άλλων είχε γράψει ακόμα και βιβλίο υπέρ της επιστροφής στη δραχμή το 2014. Ο συμβολισμός του κοινού αγώνα, που υπερέβαινε ως αίτημα την ιδεολογία, αρχίζει σιγά σιγά να σπάει για την Καρυστιανού – πολύ πιθανό, αν τη βραδιά των εκλογών ψάχνει να βρει τι πήγε λάθος, να γυρνάει σε εκείνα τα λίγα λεπτά τηλεοπτικού αέρα που κόστισαν όχι σε εκλογικό ποσοστό, που έτσι κι αλλιώς ακόμα δεν μπορεί να μετρηθεί σωστά, αλλά στο αφήγημα που θα μπορούσε να το κάνει μεγάλο.
Οι καθοριστικές τηλεμαχίες
Η Καρυστιανού, βέβαια, δεν είναι η μόνη που την «πάτησε» έτσι: χιλιάδες πολιτικά πρόσωπα, σε όλες τις μεριές τουλάχιστον του δυτικού κόσμου, έχουν βρεθεί σε παρόμοιες θέσεις – έχουν «καεί» από την προβολή τους, όχι πάντα λόγω κορεσμού ή λόγω συγκυρίας, αλλά γιατί ο φακός δεν συγχωρεί. Οσο, δε, πιο «αδιαμεσολάβητο» είναι το ολίσθημα, τόσο πιο ανελέητος είναι ο αντίκτυπος. Πρώτοι διδάξαντες, τα τηλεοπτικά ντιμπέιτ, που αποδείχτηκαν κρίσιμα για τον καθορισμό του εκλογικού αποτελέσματος: το ιδρωμένο μέτωπο του Ρίτσαρντ Νίξον το 1960 απέναντι σε έναν γοητευτικό Τζον Κένεντι δεν είχε καμία τύχη, ενώ η ατάκα του μετριοπαθούς Βαλερί Ζισκάρ ντ’ Εστέν στον σοσιαλιστή Φρανσουά Μιτεράν, το 1974 («Δεν έχετε, κύριε Μιτεράν, το μονοπώλιο της καρδιάς, δεν το έχετε»), του εξασφάλισε την προεδρία της Γαλλίας. Στην Ελλάδα, είδαμε ντιμπέιτ να καταστρέφουν πολιτικές απόπειρες, αλλά και εσωκομματικούς υποψηφίους: στις τελευταίες εκλογές για την ανάδειξη της ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ, η επίδοση του δημάρχου Αθηναίων Χάρη Δούκα θεωρείται ένας από τους πιο καθοριστικούς παράγοντες για το τελικό αποτέλεσμα, ακριβώς γιατί ανέτρεψε την εικόνα ετοιμότητας ενός πολιτικού που μπορεί να αναλάβει δύο απαιτητικούς ρόλους ταυτόχρονα – και αυτό μέτρησε και στον δεύτερο γύρο.
Οι κάμερες του κοινοβουλίου
Μαζί με τις τηλεμαχίες, έρχεται η ζωντανή μετάδοση της κοινοβουλευτικής διαδικασίας, η οποία προσφέρει ήχο και εικόνα μέσα στην Ολομέλεια, άρα ό,τι γίνει, γράφει όχι μόνο με τρόπο θεσμικό, αλλά και πολιτικό. Σε αυτό το πλαίσιο, τα τελευταία 15 χρόνια έχουν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, την υπογραφή της Ζωής Κωνσταντοπούλου, ακόμα κι αν δεν ήταν μέσα στη Βουλή σε κάθε σύνοδο: η επιμονή της στον κοινοβουλευτικό έλεγχο που γίνεται ζωντανά και τον βλέπουν όλοι από το 2012 έως το 2015 ανέβασε τη δημοφιλία της, όμως η διαχείρισή της από την έδρα του προέδρου το πρώτο εξάμηνο διακυβέρνησης των ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, η επιμονή της στους τύπους και τα εμπόδια που έθεσε στην ψήφιση του τρίτου Μνημονίου, διαμόρφωσαν αρνητικά τη φήμη της και μνημονεύεται ακόμα εντός και εκτός του κτιρίου. Από το 2023 και μετά, όταν ξαναμπήκε στη Βουλή από αντιπολιτευτική θέση, μία μόνο δήλωση του Δημήτρη Κυριαζίδη της ΝΔ απέναντί της («να πάει να κάνει κανένα παιδί») είχε ως συνέπεια την αποχώρησή του από την Κοινοβουλευτική Ομάδα της ΝΔ για μερικούς μήνες – μέχρι που κρίθηκε πως η τιμωρία τελείωσε. Το «άσε μας, κουκλίτσα μου» του Δημήτρη Καιρίδη, που ειπώθηκε επίσης σε μια στιγμή εκνευρισμού και αντιπαράθεσης με την πρόεδρο της Πλεύσης Ελευθερίας, όχι μόνο προκάλεσε μίνι εσωκομματικό επεισόδιο με τον Νίκο Δένδια, αλλά ανάγκασε τον βουλευτή της ΝΔ να κάνει αρκετές «γύρες» στα κανάλια τις επόμενες ημέρες για να περιορίσει τη ζημιά που είχε συμβεί.
Η υπερδημοσιότητα φέρνει κορεσμό
Δεν προκύπτουν όλα τα τηλεοπτικά προβλήματα από μια αυθόρμητη στιγμή – αντιθέτως, υπάρχουν και εκείνοι που θεώρησαν πως μπορούν να χρησιμοποιούν τον τηλεοπτικό αέρα όπως θέλουν, για όσο θέλουν. Ο κορεσμός είχε, στο τέλος, τα αντίθετα αποτελέσματα, γιατί τα πρόσωπα άρχισαν να εκπέμπουν υπερβολική αυτοπεποίθηση. Ο Στέφανος Κασσελάκης, με την άφιξή του στην Ελλάδα και κυρίως αργότερα, όταν διεκδίκησε και κέρδισε την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, άνοιξε το σπίτι του και το γραφείο του σε όλους, «ενημερωτικούς» και «ψυχαγωγικούς» φακούς, πλαισιώνοντας το κάδρο του σπιτιού του στις Σπέτσες ή της βόλτας με τον σκύλο του με δηλώσεις εναντίον του Πρωθυπουργού αλλά και των εσωκομματικών του αντιπάλων – παρότι η δημοφιλία του ήταν υψηλή, η πόλωση που επιθυμούσε και η αμετροέπεια που θεωρήθηκε πως εξέπεμπε τον έφθειραν. Και το αποτέλεσμα φάνηκε όταν αποχώρησε, επεισοδιακά, από τον ΣΥΡΙΖΑ, ιδρύοντας νέο κόμμα. Σε αυτόν τον δρόμο, υπήρξαν στελέχη που τον ακολούθησαν, όπως η Θεοδώρα Τζάκρη, η οποία, πέραν του ότι μετράει τηλεοπτικές εμφανίσεις ετών, με διαφορετικές θέσεις σε κάθε κόμμα με το οποίο έχει εκλεγεί (και διαφορετικά Μνημόνια που έχει ψηφίσει), από την ίδρυση του Κινήματος Δημοκρατίας και μετά ανέβασε επίπεδα στην ένταση – καταλήγοντας σε φράσεις που παίζουν ακόμα σε σατιρικές εκπομπές, από το συνεδριακό «αναρωτιόμουν ως πότε θα αντιστέκομαι, πόσος χρόνος μού μένει ακόμα μέχρι να ηττηθώ κι εγώ από αυτό το πανίσχυρο σύστημα» μέχρι το «κάρμα is a beast» και τις προσωπικές συνομιλίες – καβγάδες με τον Κασσελάκη που (επισήμως χωρίς πρόθεση από την ίδια) δημοσιοποιούνται.
Αυτή η φράση παραπάνω…
Στην περίπτωση του Αδωνη Γεωργιάδη, ο χειρισμός της τηλεοπτικής εικόνας δείχνει μεγαλύτερη εμπειρία, όμως δεν είναι λίγες οι φορές που και ο υπουργός Υγείας όχι απλώς έχει σηκώσει σκόνη με μια φράση παραπάνω, μελετημένη ή μη, αλλά έχει φέρει το Μαξίμου σε δύσκολη θέση – μια τέτοια στιγμή αφορούσε τα Τέμπη. «Δηλαδή σήμερα στην Ελλάδα πόσοι, πιστεύετε, από τους 100 συμπολίτες μας, αν τους ρωτήσουμε, ενδιαφέρονται για εξεταστική ή για προανακριτική επιτροπή για τα Τέμπη;», είχε πει τον Νοέμβριο του 2023 – και, παρότι δεν απομακρύνθηκε από την κυβέρνηση, αναγκάστηκε και να ζητήσει συγγνώμη, και να ακούσει τον κυβερνητικό εκπρόσωπο να παίρνει αποστάσεις από τις δηλώσεις αυτές, λέγοντας πως τα στελέχη της ΝΔ πρέπει να είναι πιο προσεκτικά όταν μιλούν δημόσια. Περίπου ενάμιση χρόνο μετά, τον Φεβρουάριο του 2025, με τις μεγάλες διαδηλώσεις για το ίδιο θέμα, ο Γεωργιάδης είχε πει (Σκάι) πως «όποιος πάει στο συλλαλητήριο για τα Τέμπη, στηρίζει τη Ζωή». Για κάποιους μήνες μετά, ο Γεωργιάδης μπήκε «στον πάγο», περιορίζοντας τις τηλεοπτικές του εμφανίσεις, σε μια προσπάθεια της κυβέρνησης να δείξει πως ακούει την κοινωνική δυσαρέσκεια.
