Πριγκίπισσα Ειρήνη: Πίστη στον Θεό και στον άνθρωπο
Εφυγε ένας φωτεινός, βαθύς και χρήσιμος άνθρωπος: η πριγκίπισσα Ειρήνη. Οσοι, απέραντα τυχεροί, ευτύχησαν να τη γνωρίσουν και να συναναστραφούν μαζί της, φέρουν μέσα τους τη γλυκιά ανάμνηση μιας γυναίκας που είχε υπερβεί τις αντιξοότητες μιας ζωής διόλου εύκολης και καταλήξει με λεβεντιά στο «εν ού εστι χρεία». Αυτό το «εν» ήταν για εκείνην ο Θεός στον οποίο πίστευε με όλη τη δύναμη της δουλεμένης ψυχής της.
Το «εν» αυτό περιελάμβανε εξίσου τον πάσχοντα άνθρωπο, τον οποίο υπηρέτησε, χάρη στο ίδρυμά της «Κόσμος εν αρμονία» επί τρεις περίπου δεκαετίες, όχι αφ’ υψηλού, αλλά με καθημερινή και εκ του σύνεγγυς έγνοια και φροντίδα. Πόσοι άραγε γνωρίζουν ότι τον καιρό της κρίσης 400 άτομα στις δυτικές συνοικίες της Αθήνας λάμβαναν κάθε μέρα ένα γεύμα δωρεάν χάρη στην πρωτοβουλία της πριγκίπισσας μέσω ενός ελληνικού ιδρύματος και ενός δικτύου αθόρυβων ανθρώπων, πολιτών και κληρικών;
Την Ελλάδα η Ειρήνη την είχε στην ψυχή της, θυμάμαι δε με συγκίνηση, ιδιαίτερα τον καιρό που ακόμη δεν μπορούσε να έλθει στην Ελλάδα, να με ρωτά στο τηλέφωνο με την κοντράλτο φωνή της: «Πώς πάει η Ελλαδίτσα μας;». Και τον Ιούνιο του 2003 καθώς το αεροπλάνο προσγειωνόταν στην Αθήνα και της έδειχνα, σχολιάζοντας άκαιρα αλλά όπως τους άξιζαν, τα «τσιμέντα» που κατέτρωγαν τις πλαγιές του Υμηττού, την άκουσα βουρκωμένη να μου λέει «Για μένα Κώστα είναι άγια τσιμέντα». Επέστρεφε στην πατρίδα της ύστερα από 36 χρόνια εξορίας.
Γεννημένη στη διάρκεια του πολέμου στη Νότια Αφρική, η Ειρήνη γύρισε στην Ελλάδα τον Οκτώβριο του 1946. Καθώς στα χρόνια του Εμφυλίου και στα αμέσως επόμενα εξαιρετικά δύσκολα, οι γονείς της την έπαιρναν συχνά μαζί τους στις περιοδείες τους ανά την κατεστραμμένη από τον πόλεμο και τους σεισμούς Ελλάδα, η Ειρήνη έλεγε ότι η φτώχεια στην Ινδία δεν την τρόμαξε, διότι είχε δει τη φτώχεια της ελληνικής υπαίθρου όταν ήταν μικρή. Το Τατόι δεν το αγαπούσε ιδιαίτερα. Εύρισκε το σπίτι πληκτικό και θεωρούσε ότι ζώντας εκεί ήταν αποκομμένη από την Αθήνα. Κατά πολύ προτιμούσε το παλάτι στην Ηρώδου του Αττικού ή το Ψυχικό. Λάτρευε την ανεμελιά της ζωής το καλοκαίρι στους Πεταλιούς και η μεγαλύτερη χαρά της ήταν όταν της επέτρεπαν να μείνει στο διαμερισματάκι της «κουμπάρας», όπως οι πριγκίπισσες αποκαλούσαν την παιδαγωγό τους αρχαιολόγο Θεοφανώ Αρβανιτοπούλου, στη συνοικία των Ελληνορώσων.
Εφηβη στάλθηκε κοντά στην αδελφή της στο πρότυπο σχολείο του Salem στη λίμνη της Κωνσταντίας, αλλά ταλαιπωρήθηκε καθώς της έλειπαν το φως και ο ήλιος της Ελλάδας, τα πεύκα και οι μυρουδιές του δάσους στο Τατόι, η θάλασσα. Το κέρδος ωστόσο ήταν ότι μπόρεσε να ζήσει μια φυσιολογική ζωή χωρίς διακρίσεις και κυρίως ότι μυήθηκε στη μουσική, την οποία αργότερα σπούδασε κοντά στην Τζίνα Μπαχάουερ και ακόμη αργότερα στο Παρίσι στη σχολή της Νάντιας Boulanger. Εξελίχθηκε σε εξαιρετική πιανίστρια, μοιάζοντας και ως προς αυτό με τον πατέρα της βασιλέα Παύλο που ήταν δεινός πιανίστας.
Για την Ειρήνη η μουσική ήταν μια από τις κύριες διαύλους επικοινωνίας του ανθρώπου με τον Θεό και του Θεού με τους ανθρώπους. Η μεγάλη μουσική ήταν για εκείνη μυσταγωγία και ο μεγάλος μουσικός μύστης, ιεροφάντης και ιερουργός. Εξού η φιλία της με τον Γεχούντι Μενούχιν. Εχοντας καίρια συμβάλει στην ίδρυση της Νέας Χορωδίας Κλασικής Μουσικής υπό τον μουσικοσυνθέτη και διευθυντή ορχήστρας της Ελληνικής Λυρικής Σκηνής Μιχάλη Βούρτση – με επίλεκτα μέλη της Λυρικής, και άλλους καλλιτέχνες –, η πριγκίπισσα μετά την επιστροφή της στην Ελλάδα, συνεργάστηκε στενά με τον Χρήστο Λαμπράκη στο Μέγαρο Μουσικής για την ανάδειξη νέων ταλέντων. Θυμάμαι τη χαρά της σαν ανακάλυπτε κάποιον ταλαντούχο νέο μουσικό και εξασφάλιζε την υποτροφία του για περαιτέρω σπουδές στο εξωτερικό ή για κάποια συναυλία.
Κόρη, αδελφή και θεία βασιλέων, διάδοχος του ελληνικού θρόνου επί ενάμιση χρόνο και δυο φορές αντιβασίλισσα, η Ειρήνη πίστευε βαθιά στην απόλυτη ισότητα των ανθρώπων, όπως πίστευε και στην ανάγκη ύπαρξης του αρχηγού, εστεμμένου ή μη, προικισμένου με πολιτικά αλλά και πνευματικά χαρίσματα, ικανού να εμπνεύσει, να συσπειρώσει, αλλά και στην ανάγκη να θυσιαστεί για το σύνολο. Το ζήτημα την απασχολούσε και επανερχόταν συχνά σε αυτό στις συζητήσεις της. Η συνομιλία μαζί της ήταν απόλαυση, ιδιαίτερα σε περίπτωση διαφωνίας.
Η ζωή της είχε δύο βαθιές τομές: την επικράτηση της χούντας το 1967 – την οποία βίωσε κυρίως ως προδοσία – και τη γνωριμία της κατά τη «Συνάντηση των Αθηνών» το 1964, με τη θρησκευτική φιλοσοφία της Ινδίας, χώρα με την οποία ιδιαίτερα συνδέθηκε, τον λαό της οποίας προσπάθησε ποικιλοτρόπως να βοηθήσει, στην οποία έζησε επί μακρόν και την οποία επισκεπτόταν κάθε χρόνο.
Εχοντας ασχοληθεί με τον νεοπλατωνισμό – ένας από τους δασκάλους της υπήρξε ο Κωνσταντίνος Τσάτσος – της ήταν εύκολο να κάνει το πέρασμα στον ινδουισμό, διατηρώντας ωστόσο στο ακέραιο την πίστη της στον Χριστό, πνευματική ακροβασία που δεν τη δυσκόλευε. Από τους Πατέρες ξεχώριζε τον Μέγα Βασίλειο και από τους ορθόδοξους αγίους ιδιαίτερα αγαπούσε τον Συμεών τον Νέο Θεολόγο, με τους περίφημους ύμνους του.
Και μαζί με αυτά η Ειρήνη ήταν άνθρωπος εύθυμος που της άρεσε να γελά, με έντονο χιούμορ και μεγάλη ικανότητα αυτοσαρκασμού.
Με τον θάνατό της έφθασε εκεί όπου συνειδητά έτεινε σε ολόκληρη τη ζωή της. Γι’ αυτό και δεν πρέπει να πενθούμε. Δεν μπορούμε ωστόσο να μη σκεφθούμε το πόσο στερήθηκε η Ελλάδα τη φωτεινή της ανθρώπινη ποιότητα.
O Kώστας Μ. Σταματόπουλος είναι ιστορικός, αντιπρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Περιβάλλοντος και Πολιτισμού.
