Συμφωνία ΕΕ-Mercosur: Πέφτουν οι υπογραφές στο deal-μαμούθ με τη Νότια Αμερική – Πώς αλλάζει το παγκόσμιο εμπόριο
Σήμερα, Σάββατο 17 Ιανουαρίου, η Ευρωπαϊκή Ένωση βάζει τέλος σε 25 χρόνια διαπραγματεύσεων με την επίσημη υπογραφή της μεγαλύτερης εμπορικής συμφωνίας της ιστορίας της με το Mercosur, το μπλοκ χωρών της Νότιας Αμερικής που περιλαμβάνει τη Βραζιλία, την Αργεντινή, την Παραγουάη και την Ουρουγουάη. Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, μεταβαίνει στην Παραγουάη για να θέσει την υπογραφή της στη συμφωνία, που η ΕΕ προβάλλει ως στρατηγικό εργαλείο για τη δημιουργία νέων συμμαχιών και την ενίσχυση της διεθνούς επιρροής της, σε μια περίοδο γεωπολιτικής αβεβαιότητας.
«Όχι μόνο εμπόριο»
Η νέα συμφωνία θα ενώσει τα 27 κράτη-μέλη της ΕΕ με τη Βραζιλία, την Αργεντινή, την Παραγουάη και την Ουρουγουάη, δημιουργώντας μία από τις μεγαλύτερες ζώνες ελεύθερου εμπορίου παγκοσμίως.
Οι διαπραγματεύσεις ξεκίνησαν το 2000, σε μια εποχή όπου η παγκοσμιοποίηση βρισκόταν σε άνθηση. Όμως, με τον πόλεμο στην Ουκρανία και τις αμερικανικές δασμολογικές πολιτικές να ανατρέπουν τις εμπορικές ισορροπίες, η συμφωνία αποκτά πλέον διαφορετική πολιτική σημασία.
Όπως σημειώνει ο αναλυτής διεθνών σχέσεων Αντρές Μαλαμούντ, «πριν από 26 χρόνια, η συμφωνία αφορούσε την ηγεσία και τη θέσπιση κανόνων στο παγκόσμιο εμπόριο. Τώρα αφορά την ανθεκτικότητα». Ο ίδιος προσθέτει ότι πρόκειται για μια προσπάθεια της ΕΕ να επαναφέρει την αρχή της διεθνούς τάξης που βασίζεται σε κανόνες.
Πρόσβαση σε στρατηγικά ορυκτά
Αν και η συμφωνία δεν αναμένεται να αλλάξει δραστικά το ευρωπαϊκό ΑΕΠ, μπορεί να ανοίξει τον δρόμο για πρόσβαση σε κρίσιμες πρώτες ύλες. Η ΕΕ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από την Κίνα σε υλικά που είναι απαραίτητα για την πράσινη τεχνολογία και την αμυντική βιομηχανία, στρεφόμενη προς τα πλούσια κοιτάσματα της Βραζιλίας.
Η χώρα παράγει περίπου το 10% της παγκόσμιας εξόρυξης αλουμινίου, 13% του γραφίτη και 16% του ταντάλιου, ενώ κυριαρχεί στην αγορά του νιόβιου, μετάλλου κρίσιμου για την παραγωγή χάλυβα και υπεραγώγιμων μαγνητών, όπως στο Μεγάλο Επιταχυντή Αδρονίων στη Γενεύη.
Περιβαλλοντικές οργανώσεις, ωστόσο, προειδοποιούν ότι η συμφωνία μπορεί να ενισχύσει την αποψίλωση του Αμαζονίου και να επιτείνει την πίεση στα οικοσυστήματα της περιοχής.
Κερδισμένη η αυτοκινητοβιομηχανία
Η γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία θεωρείται η μεγάλη κερδισμένη της ευρωπαϊκής πλευράς, καθώς αναζητά νέες αγορές για να αντισταθμίσει τις απώλειες από τους αμερικανικούς δασμούς και τη μειωμένη ζήτηση στην Κίνα. Όπως δήλωσε ο Ματίας Τσίνκ, επικεφαλής του τομέα κινητήρων και πλαισίων της Schaeffler, «είναι ζωτικής σημασίας να βρούμε νέες αγορές. Η ανάπτυξη θα έρθει από τη Βραζιλία, την Ινδία και τη Νοτιοανατολική Ασία».
Ωστόσο, οι κατασκευαστές αυτοκινήτων εξετάζουν επίσης αγορές με λιγότερους περιβαλλοντικούς περιορισμούς, προκειμένου να συνεχίσουν τις πωλήσεις οχημάτων βενζίνης και ντίζελ, ενόψει της απαγόρευσης πωλήσεων νέων θερμικών οχημάτων στην ΕΕ από το 2035.
Παράκαμψη της Γαλλίας
Οι αντιδράσεις των ευρωπαίων αγροτών, ιδίως από τη Γαλλία, παραμένουν έντονες. Οι παραγωγοί θεωρούν ότι η συμφωνία ευνοεί τη βιομηχανία εις βάρος του πρωτογενούς τομέα. Παρά τις πρόσθετες «δικλίδες ασφαλείας» για τον περιορισμό των εισαγωγών κρέατος από τη Νότια Αμερική, η Γαλλία δεν έχει πειστεί. Αντίθετα, χώρες όπως η Πολωνία, η Ιρλανδία και η Ουγγαρία εξέφρασαν επίσης αντιρρήσεις, αλλά μειοψήφησαν.
Δεδομένου ότι οι εμπορικές αποφάσεις εγκρίνονται με ειδική πλειοψηφία και όχι ομοφωνία, η ΕΕ μπορεί να προχωρήσει χωρίς τη συγκατάθεση όλων των κρατών-μελών — γεγονός σπάνιο για τόσο σημαντική πολιτική πρωτοβουλία.
Η νέα εποχή του ευρωπαϊκού εμπορίου
Η υπογραφή της συμφωνίας σηματοδοτεί πιθανώς μια στροφή στην εμπορική πολιτική της Ευρώπης. Ήδη η ΕΕ προωθεί άλλες συμφωνίες που είχαν παγώσει λόγω περιβαλλοντικών ή αγροτικών ζητημάτων, όπως αυτή με την Ινδονησία και την επικείμενη με την Ινδία.
Η αναλύτρια Ίνου Μανάκ από το Council on Foreign Relations επισημαίνει ότι οι χώρες προσπαθούν να διαφοροποιήσουν τις εμπορικές τους σχέσεις μετά την πολιτική δασμών των ΗΠΑ, σημειώνοντας ότι «οι εταίροι των Ηνωμένων Πολιτειών αναζητούν νέους δρόμους συνεργασίας».
Ανταγωνισμός από την Κίνα
Σύμφωνα με τη Μανάκ, ο αυξανόμενος ανταγωνισμός για παγκόσμια επιρροή ενισχύει τη θέση των ασιατικών και νοτιοαμερικανικών χωρών, που πλέον δεν αποδέχονται άκριτα τους ευρωπαϊκούς όρους. «Οι χώρες λένε: γιατί να τηρήσουμε όλους αυτούς τους κανόνες, όταν μπορούμε να πάρουμε καλύτερη συμφωνία από την Κίνα, χωρίς τόσες προϋποθέσεις;» ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ο Ευρωπαϊκός κλάδος επιτραπέζιων ελιών αντιδρά στη συμφωνία
Έντονη ανησυχία προκαλεί η συμφωνία στον ευρωπαϊκό κλάδο επιτραπέζιων ελιών. Οι φορείς ASEMESA (Ισπανία), ASSOM (Ιταλία) και ΠΕΜΕΤΕ (Ελλάδα) εκφράζουν διαφωνία για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται ο τομέας τους στο πλαίσιο της εμπορικής συμφωνίας ΕΕ–Mercosur.
Σύμφωνα με ανακοίνωση της Πανελλήνιας Ένωσης Μεταποιητών – Τυποποιητών – Εξαγωγέων Επιτραπέζιων Ελιών, προβλέπεται σταδιακή εξάλειψη των δασμών για τις εισαγόμενες ελιές από τις χώρες της Mercosur μέσα σε επτά χρόνια, από το ισχύον επίπεδο του 12,8%.
Οι οργανώσεις υπογραμμίζουν ότι η ρύθμιση αυτή διευκολύνει τη διείσδυση προϊόντων τρίτων χωρών στην ευρωπαϊκή αγορά, με όρους ευνοϊκότερους από εκείνους των ευρωπαίων παραγωγών. Ταυτόχρονα, οι αγορές της Mercosur παραμένουν ουσιαστικά κλειστές για τις ευρωπαϊκές ελιές, καθώς εξακολουθούν να επιβάλλονται δασμοί γύρω στο 12,6%.
Η κατάσταση αυτή, όπως επισημαίνουν, περιορίζει τις εξαγωγικές προοπτικές των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων και εντείνει τον ανταγωνισμό εντός της ΕΕ, μέσω της ευνοϊκής εισόδου προϊόντων από τρίτες χώρες.
Παράλληλα, προειδοποιούν ότι η εξέλιξη αυτή απειλεί τη βιωσιμότητα της μεταποιητικής βιομηχανίας, τις θέσεις εργασίας και τη συνοχή των αγροτικών περιοχών, σε έναν κλάδο με ισχυρή εξαγωγική δραστηριότητα και υψηλή συμμόρφωση με τα ευρωπαϊκά πρότυπα.
Οι τρεις οργανώσεις ανακοίνωσαν ότι βρίσκονται στο τελικό στάδιο δημιουργίας νέας Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας για τις επιτραπέζιες ελιές, με στόχο την ενίσχυση της θεσμικής εκπροσώπησης και την καλύτερη υπεράσπιση των κοινών συμφερόντων σε επίπεδο ΕΕ.
Με πληροφορίες από Deutsche Welle, ΠΕΜΕΤΕ
