Στην εποχή της μαζικής δημοκρατίας
Η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ συνοδεύθηκε από την παραβίαση της κρατικής κυριαρχίας της Βενεζουέλας και τη σύλληψη/απαγωγή του προέδρου της Νικολάς Μαδούρο, την εκδήλωση πρόθεσης «διεκδίκησης» από τη Δανία της Γροιλανδίας, την αρχικώς επαμφοτερίζουσα στάση των ΗΠΑ στον πόλεμο της Ουκρανίας, τις εχθροπραξίες – από κοινού με το Ισραήλ – κατά του Ιράν, την επανειλημμένα επικριτική στάση της δυτικής υπερδύναμης απέναντι στους ευρωπαίους συμμάχους της στο ΝΑΤΟ, την αμφισβήτηση της σημασίας και του ρόλου της Ευρωπαϊκής Ενωσης στον σημερινό κόσμο και, γενικότερα, την απαξιωτική στάση των Αμερικανών έναντι πολλών θεσμών της αποκαλούμενης μεταπολεμικής «φιλελεύθερης δυτικής τάξης», στη δημιουργία της οποίας τον πρωταγωνιστικό ρόλο έπαιξαν οι ίδιες οι ΗΠΑ και στην αξία της οποίας βαθύτατα πιστεύουν οι θεωρητικοί του θεσμικού φιλελευθερισμού στις διεθνείς σχέσεις, όπως π.χ. ο G. J. Ikenberry.
Ακόμη, συχνά αμφισβητείται έμπρακτα η αξία της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, ενώ ο επικεφαλής της ηγέτιδος δύναμης της Δύσης επιδεικνύει μεγαλύτερο σεβασμό σε ηγέτες απολυταρχικών ή ημιαπολυταρχικών κρατών, όπως ο Πούτιν, ο Σι Τζινπίνγκ, ο Ερντογάν κ.ά., παρά σε πρωθυπουργούς κρατών – μελών της δημοκρατικής Ευρωπαϊκής Ενωσης, όπως ο Μερτς και, μέχρι πρότινος, ο Στάρμερ. Οι οπαδοί του ρεαλισμού ή, πιο ορθά, της πολιτικής της ισχύος (Machtpolitik) θα υποστηρίξουν ότι η συμπεριφορά του υπαγορεύεται αποκλειστικά από τις γεωπολιτικές επιδιώξεις της Αμερικής και τα οικονομικά της συμφέροντα. Ορισμένοι θα προσθέσουν ότι αυτοί ήταν πάντοτε οι κανόνες διεξαγωγής της διεθνούς πολιτικής και η μόνη διαφορά είναι ότι, επί Τραμπ, η γλώσσα της διπλωματίας έγινε πιο κυνική, αποκαλύπτοντας πλήρως τη στρατιωτική και, πιο έντονα πλέον, την εμπορευματική λογική των συμφωνιών που συνάπτονται μεταξύ των εκουσίως ή ακουσίως «συμβαλλόμενων» μερών.
Απόπειρες ερμηνείας
Και τα προβλήματα δεν σταματούν εκεί. Ο γεωπολιτικός αναλυτής Robert Kaplan στο βιβλίο του «Waste Land – A World in Permanent Crisis» υποστηρίζει ότι οι ιδιαίτερες προκλήσεις του 21ου αιώνα, όπως οι πανδημίες, η ύφεση, η μαζική μετανάστευση, ο ανταγωνισμός των μεγάλων δυνάμεων, η αστικοποίηση, η τεχνολογική διασύνδεση και η ψηφιακή διαδικτύωση, δημιουργούν τις προϋποθέσεις μιας «παγκόσμιας Βαϊμάρης», οπότε πρέπει να προφυλαχθούμε από τον κίνδυνο μια ενδεχόμενη καταστροφή σε μια χώρα να προκαλέσει χάος που θα μετατραπεί σε παγκόσμια κρίση. Μένοντας στο ζήτημα της μαζικής μετανάστευσης, ο Christopher Hill σε ένα άλλο βιβλίο του, με τίτλο «The National Interest in Question – Foreign Policy in Multicultural Societies», θέτει το κρίσιμο ερώτημα για το περιεχόμενο που οφείλει να έχει η έννοια του εθνικού συμφέροντος σε κράτη με πολυπολιτισμικές κοινωνίες. Υποστηρίζει ότι, κατά τη διαμόρφωση του εκάστοτε περιεχομένου του, πρέπει να λαμβάνονται υπ’ όψιν και οι «ευαισθησίες» πολιτών με ξενική καταγωγή απέναντι στα κράτη προέλευσής τους.
Στο πλαίσιο αυτής της προσέγγισης υιοθετεί, μάλιστα, μια κρίσιμη διάκριση ανάμεσα στην πολυπολιτισμικότητα (multiculturality) και τον πολυπολιτισμό (multiculturalism), την οποία δανείζεται από τον πολιτικό φιλόσοφο Brain Barry. Με τον πρώτο όρο εννοεί την κοινωνική πραγματικότητα της συνύπαρξης και συμβίωσης πολιτών με διαφορετική εθνική ή/και φυλετική καταγωγή μέσα στο ίδιο κράτος, ενώ με τον δεύτερο αναφέρεται στο πρόγραμμα/πολιτικό σχέδιο «αντιμετώπισης» αυτού του φαινομένου, που μπορεί να διαφέρει από χώρα σε χώρα (βλ. π.χ. τις περιπτώσεις της Αγγλίας, της Γαλλίας και των ΗΠΑ). Σε κάθε περίπτωση, το πρόβλημα της μαζικής μετανάστευσης των πιο φτωχών προς τους πιο πλούσιους αναδεικνύεται σε κρισιμότατο στη σύγχρονη διεθνή πολιτική. Από την άλλη, ο Martin Wolf, κορυφαίος οικονομικός αναλυτής των «Financial Times», στο πόνημά του «The Crisis of Democratic Capitalism» υποστηρίζει ότι η σημερινή οικονομία της αγοράς δεν είναι πλέον συμβατή με μια σταθερή φιλελεύθερη δημοκρατία.
Η παράθεση ενδιαφερουσών μελετών που αφορούν τη σύγχρονη διεθνοπολιτική πραγματικότητα θα μπορούσε, ασφαλώς, να συνεχιστεί επί μακρόν, καθώς η καθεμία από αυτές εξετάζει μία ή περισσότερες κρίσιμες διαστάσεις των συγκαιρινών εξελίξεων στους τομείς της πολιτικής, της οικονομίας, της επιστήμης, της τεχνολογίας και του πολιτισμού σε παγκόσμια κλίμακα.
Δεν πρέπει, ασφαλώς, να υποτιμάται η σημασία όλων αυτών των (επιμέρους) αναλύσεων της ευρύτερης εικόνας. Αλλωστε, δεν είναι εύκολο να συγγράψει κανείς ένα έργο με αξιώσεις επίτευξης ευρύτερων συνθέσεων, όπως είναι π.χ. το τετράτομο magnum opus του κοινωνιολόγου Michael Mann, με τίτλο «The Sources of Social Power», το οποίο αποτελεί μια τεράστια και τολμηρή επισκόπηση της «ιστορίας της ισχύος» από τους αρχαίους χρόνους ως τις μέρες μας. Σε αυτό καταδεικνύεται ότι οι εγχώριες και οι διεθνείς τάσεις συνδέονται αξεδιάλυτα και γι’ αυτό είναι πολύτιμο για την ανάλυση της εξωτερικής πολιτικής. Μάλιστα, στον τέταρτο τόμο, ο συγγραφέας του καλύπτει «τις παγκοσμιοποιήσεις» (όχι «την παγκοσμιοποίηση») κατά την περίοδο 1945-2011, δείχνοντας ότι το ισχύον σήμερα σύστημα αποτελεί προϊόν ξεχωριστών αλλά παράλληλων διεργασιών ολοκλήρωσης σε ιδεολογικό, οικονομικό, στρατιωτικό και πολιτικό επίπεδο.
H ιστορική μέθοδος του Π. Κονδύλη
Κι όμως, όλη η προηγούμενη ανάλυση δεν μπορεί να αποτρέψει κάποιον να θέσει ένα ακόμη ευρύτερο, συνάμα και προκλητικό, ερώτημα: Μήπως πίσω από τις αλλαγές που παρατηρούνται στη διεθνή πολιτική υπάρχει όσον αφορά τον δυτικό κόσμο μια βαθύτερη αλλαγή, που είναι πολιτισμική; Είχε δίκιο ή άδικο ο Π. Κονδύλης που υποστήριξε ότι η μετάβαση από τον 19ο στον 20ό αιώνα σηματοδοτεί μια βαθιά ιστορική μεταβολή, που συνίσταται στην παρακμή της κλασικής αστικής – φιλελεύθερης κοινωνίας και την ανάδυση της εποχής της μαζικής δημοκρατίας, οπότε υπ’ αυτό το πρίσμα πρέπει να γίνονται κατανοητές και οι σημερινές πλανητικές εξελίξεις;
Ο Γιώργος Ευαγγελόπουλος είναι καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας και Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Ολόκληρο το κείμενο στο ψηφιακό περιοδικό «Int.» (www.tanea.gr)
