ru24.pro
World News
Январь
2026
1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12
13
14
15
16
17
18
19
20
21
22
23
24
25
26
27
28
29
30
31

Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος: «Θέλει αγώνα να ξεπεράσουμε το παρελθόν»

0
Ta Nea 

Σε κάθε του σκηνοθετική επιλογή, ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος αναζητάει το σημείο όπου η ιδιωτική ιστορία συναντάει τη συλλογή εμπειρία. Φέτος, αυτή η συνάντηση γίνεται γύρω από ένα οικογενειακό τραπέζι, μια καλοκαιρινή γιορτή και μια κοινωνία που μοιάζει ν’ αλλάζει βίαια κάτω από τα πόδια των ανθρώπων. Oλα αυτά, στο «Μέχρι να σβήσουν τ’ άστρα», το έργο της βραβευμένης αγγλίδας συγγραφέως Μπεθ Στιλ, ενός από τα πιο δυναμικά ονόματα της σύγχρονης βρετανικής δραματουργίας, που ανεβαίνει για πρώτη φορά στην Ελλάδα, στο θέατρο Χώρα, σε παραγωγή του Θεάτρου του Νέου Κόσμου. Πρόκειται για ένα κείμενο σπαρακτικό και ταυτόχρονα βαθιά τρυφερό, που ξεκινάει από τη χαρά ενός γάμου για να ξεδιπλώσει παλιές πληγές, κοινωνικές αδικίες κι ανομολόγητες επιθυμίες.

«Για μένα, είναι ένα από τα πιο ωραία κείμενα που έχω διαβάσει τα τελευταία χρόνια. Στήνοντας την παράσταση, στάθηκα στις τρεις αδερφές, οι οποίες είναι πρωταγωνίστριες κι έχουν μεταξύ τους μια πολύ ισχυρή σχέση. Οταν συναντιούνται πάλι για τον γάμο της μικρότερης, αρχίζει να ξετυλίγεται η ιστορία τους. Αυτό που με συγκίνησε κυριολεκτικά ήταν το πώς συνδέεται το συγκεκριμένο κείμενο με το γενικότερο έργο του Τσέχοφ. Αν και πρόκειται για μια δύσκολη ιστορία, έχει κι ένα χιούμορ μαζί με το δράμα, που καταφέρνει η Στιλ να το κάνει δικό της και να μας το μεταφέρει. Δεν αντιγράφει καθόλου τον Τσέχοφ. Στέκεται στις σχέσεις που είναι πολύ κεντρικό στοιχείο και κάνει μια σύνδεση με τον Τσέχοφ, που την ενδιαφέρει και το συνολικό του έργο, για να δείξει πως από τα πράγματα που μας ενδιαφέρουν, αυτά παίζουν μεγάλο ρόλο στην πορεία μας», αναφέρει ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος μιλώντας στο «Νσυν».

Συγκεντρώνοντας τρεις γενιές ηθοποιών επί σκηνής, με κεντρικά πρόσωπα τους Αννα Καλαϊτζίδου, Ελίνα Ρίζου, Σύρμω Κεκέ, Δαυίδ Μαλτέζε, Χάρη Γρηγορόπουλο, Μαρία Κατσιαδάκη και Κώστα Φλωκατούλα, η αφήγηση της παράστασης φωτίζει θέματα όπως η αγάπη και το πένθος, ο ρατσισμός, οι εύθραυστες οικογενειακές σχέσεις αλλά και ο διαρκής αγώνας των ανθρώπων να τα βγάλουν πέρα σε μια πραγματικότητα που παραμένει σκληρή κι αβέβαιη. «Το έργο πιάνει πολλά θέματα και πολιορκεί πολλές πλευρές της ανθρώπινης συμπεριφοράς, της κοινωνικής ζωής και της πολιτικής. Τα συνδέει ως παρελθόν με τη φτώχεια και τη δυστυχία που προέκυψε, μέσα από τις απεργίες των ανθρακωρύχων που διαλύθηκαν την εποχή της Θάτσερ στη Βρετανία», δηλώνει ο σκηνοθέτης. «Το παρελθόν, άλλωστε, το κουβαλάμε. Θέλει μεγάλο αγώνα για να μπορέσουμε να το ξεπεράσουμε. Οπως και την οικογένειά μας, την ιστορία μας και τα όσα δραματικά μπορεί να έχουν προκύψει στη ζωή μας. Κι εκεί έχει ενδιαφέρον για τη ζωή μας το πώς παλεύουμε, πώς δεν θέλουμε να μας καταπιεί η μοίρα μας και πώς προχωράμε, αν μπορούμε να προχωράμε», προσθέτει.

«Αγριο πράγμα η ανεργία»

Μέσα σε αυτή τη διαδρομή γίνεται σαφές στο έργο πως η εργασία και η βίαιη απώλειά της δεν λειτουργούν απλώς ως κοινωνικό φόντο αλλά ως καθοριστικός άξονας της ταυτότητας και της αξιοπρέπειας των ηρώων, διαμορφώνοντας τις σχέσεις, τις συγκρούσεις τους αλλά και τον τρόπο με τον οποίο στέκονται απέναντι στον εαυτό τους και τον κόσμο. «Το να έχουμε δουλειά είναι ένα κρίσιμο σημείο. Είναι άγριο πράγμα η ανεργία. Είναι άγριο το να μην μπορείς να προσφέρεις στους ανθρώπους που είναι οικογένειά σου πράγματα που θα τους δώσουν χαρά, όχι απαραίτητα μόνο υλικά αγαθά, αν δεν έχεις δουλειά. Είναι μεγάλη ήττα», υποστηρίζει ο σκηνοθέτης.

Παρ’ όλα αυτά, όταν όλα καταρρέουν, συνδετικός κρίκος μπορούν να γίνουν οι οικογενειακοί δεσμοί, οι οποίοι είναι εύθραυστοι, αντιφατικοί και συχνά επώδυνοι αλλά συχνά αναγκαίοι. Είναι ένας χώρος οικειότητας και στήριξης, αλλά και έντασης. «Η οικογένεια έχει τα θετικά και τα αρνητικά της, κι έχει να κάνει πάντα με το πώς εμείς το αντιλαμβανόμαστε αυτό κάνοντας παιδιά ή με το να είμαστε μέσα σε μια σχέση, πόσο ακούμε, πόσο σεβόμαστε ακόμα και το πιο μικρό παιδί μέσα στο σπίτι μας και δεν του φερόμαστε με βία επειδή δεν καταλαβαίνει σαν κι εμάς. Από τη μία έχει το ενδιαφέρον και τη ζωντάνια του αυτό, αλλά ταυτόχρονα είναι μια άσκηση μέσα στη ζωή, το πώς για πάρα πολύ κόσμο είναι βασανιστική η σχέση με την οικογένειά του. Μπορεί κάποιος να έχει περάσει πολύ ευτυχισμένα κι αυτό να του διαλύσει τη ζωή όταν το χάσει, όταν έρθει ο θάνατος. Ανοίγει πολλές πληγές κι εκεί χρειάζεται να έχεις καλές βάσεις, οι οποίες δεν είναι τι σου λένε αλλά κυρίως πώς σε αφήνει το περιβάλλον να αναπτύξεις τον εαυτό σου και να τον προστατέψεις», καταλήγει ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος.